επιθωύσσω

ἐπιθωΰσσω (AM) (Μ και ἐπιθωΐζω)
1. φωνάζω, κραυγάζω, διατάζω με δυνατή φωνή
2. (για αυλό) ηχώ επί πλέον
3. παροτρύνω, ενθαρρύνω, παρακινώ.
[ΕΤΥΜΟΛ. < επί + θωΰσσω «κράζω, φωνάζω δυνατά»].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • ἐπιθωύξει — ἐπιθωύσσω shout aor subj act 3rd sg (epic) ἐπιθωύσσω shout fut ind mid 2nd sg ἐπιθωύσσω shout fut ind act 3rd sg ἐπιθωύσσω shout aor subj act 3rd sg (epic) ἐπιθωύσσω shout fut ind mid 2nd sg ἐπιθωύσσω shout fut ind act 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπιθωύσσειν — ἐπιθωύσσω shout pres inf act (attic epic) ἐπιθωύσσω shout pres inf act (attic epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπιθωύσσοντες — ἐπιθωύσσω shout pres part act masc nom/voc pl ἐπιθωύσσω shout pres part act masc nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπιθωύσσων — ἐπιθωύσσω shout pres part act masc nom sg ἐπιθωύσσω shout pres part act masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπιθώυξας — ἐπιθωύσσω shout aor ind act 2nd sg (homeric ionic) ἐπιθωύσσω shout aor ind act 2nd sg (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπεθώυξας — ἐπιθωύσσω shout aor ind act 2nd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κἀπιθωύξω — ἐπιθωύξω , ἐπιθωύσσω shout aor subj act 1st sg ἐπιθωύξω , ἐπιθωύσσω shout fut ind act 1st sg ἐπιθωύξω , ἐπιθωύσσω shout aor subj act 1st sg ἐπιθωύξω , ἐπιθωύσσω shout fut ind act 1st sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • συνεπιθωΰσσω — Α παρορμώ, παροτρύνω με φωνές. [ΕΤΥΜΟΛ. < συν * + ἐπιθωΰσσω «φωνάζω, παροτρύνω»] …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.